Ειναι αυτες οι νυχτες τελικα που βλεπεις καθαρα,το χρωμα που εχουν τα ματια της μοναξιας.Ιδιο ακριβως οπως οι σταχτες απο τα ονειρα.

Αλκυόνη Παπαδάκη

Δευτέρα, 12 Απριλίου 2010

Προσωπα και Αριθμοι

Είναι μέρες τώρα που αισθάνομαι την εγωιστική πλευρά του εαυτού μου να έχει πάρει τα πάνω της.


Ανέκαθεν είχα εγωιστικές τάσεις…(Όλοι τις έχουμε. Κι όποιος εξακολουθεί να το αρνείται είναι ή ανίδεος, ή ψεύτης, ή απλά κομπλεξικός.)

Όμως, τελευταία, νιώθω να με πιέζουν λίγο παραπάνω.

Έτσι, ξεκίνησα να…ζωγραφίζω σκεπτόμενη το «εγώ».

Θέμα – τίτλος σκίτσου: «Α΄ Ενικό Πρόσωπο»

Δεν πήρε πολλή ώρα. Το χέρι μου κινούνταν αυτόματα.

Έβαλα, λοιπόν, αυτό το «εγώ» σε πρώτο πλάνο και πίσω, στο βάθος, όλα τα υπόλοιπα. Δευτερεύουσες, σκούρες, προαιρετικές πινελιές απλά και μόνο για να γεμίσουν αόριστα τον πίνακα.

Ως αποκλειστικός διανομέας ρόλων, έχρισα πρωταγωνιστές του έργου τις επιθυμίες μου, τις ανάγκες μου, στηριζόμενη στην άκρατη πεποίθησή μου ότι είμαι από μόνη μου επαρκής και μάλιστα απόλυτα κυρίαρχη του εαυτού μου και πως δεν εξαρτώμαι από κανέναν και τίποτα.

Αφού πρόσθεσα και την τελευταία λεπτομέρεια, στάθηκα μερικά λεπτά να θαυμάσω το δημιούργημα – προϊόν του εγωκεντρισμού μου.

Δεν πρόλαβα. Η ανάσα μου κόπηκε απότομα καθώς η μορφή μου, που λίγο πριν δέσποζε αγέρωχη στην πρώτη γραμμή του πίνακα, άρχισε να συρρικνώνεται με απίστευτη ταχύτητα.
Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα έγινα σκιά, σκόνη, μια μικρή κουκίδα στο σχεδόν μαύρο του φόντου.

Νιώθω ξαφνικά ασήμαντη, ολοκληρωτικά αδύναμη μπροστά στο άπειρο και το αέναο της ζωής.

Κι η δική μου ύπαρξη, αιχμάλωτη, εγκλωβισμένη κάτω από τα δόντια του χρόνου που χαμογελά ειρωνικά.

Μοιραία, πια, η ανάπτυξη μιας σχέσης παθολογικής εξάρτησης με τους χτύπους του ρολογιού. Η ανάσα μου αυθόρμητα αλλά και υποχρεωτικά συγχρονίζεται με αυτό το συνεχές τικ-τακ.

Και περιμένω τη στιγμή που θα γίνω κομμάτια και θα θυσιαστώ κι εγώ με τη σειρά μου στο βωμό της Φυσικής Ροής των πραγμάτων.

Είμαι άλλη μια επιπόλαια και φευγαλέα ύπαρξη. Τίποτα παραπάνω.

Όπως κι εσύ.

Κι ενώ η Ματαιότητα έμοιαζε να υπερκαλύπτει το φάσμα των σκέψεών μου, η ιδέα της Αβεβαιότητας με χτυπά απροειδοποίητα, σαν κεραυνός.

Την κοιτώ καθώς διευρύνεται ύπουλα και απλώνεται σε κάθε μου κίνηση, σε κάθε μου επιλογή, ακόμη και σε κάθε σκέψη μου. Ούτε για αυτές είμαι σίγουρη πλέον.

Γυρεύω σταθερότητα κι ακρίβεια. Το «περίπου» δε με βοηθάει τώρα πια.
Θέλω αλήθειες. Θέλω διαφάνεια, όχι αλλοιωμένες και κατασκευασμένες προσωπικότητες που κρύβονται πίσω από την κουρτίνα ή μέσα στην ντουλάπα, όπως ακριβώς οι παράνομοι εραστές…

Αλλά και πάλι, δεν ξέρω τι θέλω. Κι η ίδια η διάθεσή μου αλλάζει συνεχώς και απροειδοποίητα, λες κι έχει αναπτύξει μια πεισματική σχέση εμμονής με τους λεπτοδείκτες – ναι, όπως κι η ανάσα μου, που λέγαμε…Κάθε αναπνοή και χτύπος, κάθε χτύπος και στροφή 180 μοιρών στην ψυχική μου κατάσταση.

Τώρα, λοιπόν, αυτή τη στιγμή, χρειάζομαι το «εμείς». Το «όλοι», αν είναι δυνατόν.

Άσε τι έλεγα πριν… «Εγώ» δεν είμαι αρκετή. Αμφιβάλλω αν είμαι κι αναγκαία, αλλά σίγουρα επαρκής δεν είμαι…
Κι αν δεν σε βάλω εγώ στο πλάνο, μην με παρεξηγήσεις. Φταίει η ανθρώπινή μου φύση. Θα σου δώσω, όμως, τα κλειδιά. Να μπαίνεις όποτε θες. Όποτε το χρειάζεσαι.
Κι αν εγώ κοιμάμαι…σε παρακαλώ….ξύπνησέ με…

Πέμπτη, 1 Απριλίου 2010

Tα 13 κλειδια

Άρπαξα ένα φύλλο χαρτί και σχεδίασα τη θεά Λησμονιά. Έτσι, για να μην τη ξεχάσω…Για να μη με ξεχάσει κι εκείνη, ίσως…Σκέφτηκα να την καλοπιάσω λίγο, μήπως και δεχτεί να με διευκολύνει στο σχέδιο που είχα καταστρώσει για απόψε, το οποίο κι έβαλα ευθύς αμέσως σε εφαρμογή…


Άφησα κάτω το μολύβι κι έπεσα σε λήθαργο. Ήθελα να πάψω να σκέφτομαι. Να ξυπνήσω και να μην είναι τίποτα το ίδιο. Να ξαναρχίσω από την αρχή. Και θα τα είχα καταφέρει μέχρι τέλους, αν εκείνος ο μοιραίος και καθόλου τυχαίος ψίθυρος δεν τάραζε την ηρεμία μου. Μάλλον ένας άγγελος έβαλε φρένο στα περίεργα και επικίνδυνα πλάνα της βραδιάς που λίγο έλειψαν να με χωρίσουν από το παρελθόν και να με αποκλείσουν από το μέλλον.

Τώρα βρίσκομαι εδώ, στο κέντρο της ζωής, στο κέντρο του κόσμου, απολαμβάνοντας μια ελευθερία άνευ προηγουμένου και την αδρεναλίνη να ανεβαίνει κατακόρυφα τη στιγμή που το σώμα μου αρχίζει ξαφνικά να εκτελεί ελεύθερη πτώση. Τύμπανα ηχούν με δύναμη από παντού κι εγώ δεν κάνω τίποτα για να σταματήσω το πέσιμο. Μονάχα φωτογραφίζω με παιδικό ενθουσιασμό τις νότες που το σκάνε από τα όργανα και τρέχουν σαν αθλητές σε Μαραθωνοδρόμο για το ποια θα φτάσει πρώτη στα αυτιά μου. Η καρδιά μου χτυπάει σαν τρελή καθώς πλησιάζω προς το έδαφος με ιλιγγιώδη ταχύτητα….Δεν είναι ανησυχία ή φόβος, είναι λαχτάρα! Γιατί βλέπω το στόχο μου να έρχεται μαζί με το έδαφος. Κι από εκεί, λίγα μέτρα πριν αγγίξω το τέλος, το τέρμα, μπορώ να διακρίνω με ευκολία εκείνο το τριαντάφυλλο που με περιμένει ανάμεσα στα τσιμέντα και τα γκρι αυτής της πόλης που κερνά μελαγχολία. Μπορώ ολοκάθαρα να ακούσω και το τραγούδι – πρό(σ)κληση με μαέστρο ένα «σκαθάρι» (ή μήπως τέσσερα σκαθάρια;;) που βολεύτηκε επάνω στο κόκκινο του λουλουδιού και φλερτάρει με τα φύλλα του. Ποιος είπε πως το σκαθάρι δε βγάζει ήχους;; Ποιος είπε ότι το σκαθάρι δεν ξέρει μουσική;; Κι όποιος εξακολουθεί να το ισχυρίζεται, πολύ απλά, δεν έχει φαντασία…
Κι η μέρα χ-αράζει…