Ειναι αυτες οι νυχτες τελικα που βλεπεις καθαρα,το χρωμα που εχουν τα ματια της μοναξιας.Ιδιο ακριβως οπως οι σταχτες απο τα ονειρα.

Αλκυόνη Παπαδάκη

Πέμπτη, 17 Φεβρουαρίου 2011

Καθρέφτης

-Μαμά βγαίνω.θα 'μαι στο κήπο.Όταν ετοιμαστεί το φαγητό να με φωνάξεις.
Συχνά κάθομαι στα σκαλιά του κήπου ανάμεσα στις τριανταφυλλιές και τα αγκάθια μου,χαζέυω τον κόσμο,κλέβω χαμόγελα και πλάθω ιστορίες για τον καθένα,για να μη τους νιώθω ξένους.Κι είναι αυτή η στιγμή που ξαναπιστέυω στους ανθρώπους.Σήμερα όμως τα φώτα είναι χαμηλά κι έχει έναν περίεργο δυνατό αέρα,τόσο που σφυρίζοντας αναγκάζει τη σκέψη μου να απομακρυνθεί απο τα επικίνδυνα.Το πεζοδρόμιο ξαφνικά γυμνωσε κι εμεινα μόνη,εγώ και λιγο πιο κάτω σ' ένα παγκάκι μια κυρία στολισμένη περιποιημένη περιμένει...εδώ και χρόνια,την ίδια μέρα την ίδια ώρα στο ίδιο σημείο.Α!Να και η κοπέλα του διπλανού σπιτιού βιαστική και φορτωμένη όπως πάντα τρέχει να προλάβει...κάθε φορά μου χαρίζει ένα γλυκό ενοχικό χαμόγελο,μα δε...δε με θυμάται πια,με ξεχνά,όμως είμαι σίγουρη πως εγω δεν άλλαξα.Να!..μόλις έφθασε το λεωφορείο της αλλά όπως στριμώχθηκε για να ανέβει της πεσαν κάποια όνειρα...όχι δε θα τα μαζέψω,είναι ξένα,άσε που εγώ έχω τελειώσει με αυτά εδω και καιρό.Αλλα ο άνεμος συνομώτησε μαζί τους και τα έφερε ως τα πόδια μου κι επειδή ανήκω στις περίεργες φύσεις έριξα μια κλεφτή ματιά,κι ύστερα συνέχισα νιώθοντας δακρυσμένη,ήθελα να ουρλιάξω να παγώσω τα πάντα..έγω αυτά τα όνειρα τα αναγνώρισα,τα ξέρω είναι δικά μου...

Θα τα φυλάξω,θα τα κρύψω καλά σε κάποια υπόσχεση μέχρι να γυρίσει να τα πάρει..αργά ή γρήγορα θα γυρίσει,πάντα έτσι κάνει...στο τέλος πάντα θυμάται.Βλέπεις άπο τότε ήμουν συλλέκτης.

Τετάρτη, 29 Δεκεμβρίου 2010

Ανοίγω ?

Ψαχουλεύω τα κομμάτια της λέξης «συμβιβασμός». Δεν ξέρω αν η μελωδία που θα τη συνοδεύει πρέπει να είναι σε μείζονα ή σε ελάσσονα. Δεν είμαι σίγουρη για τα ακριβή συναισθήματα που μου δημιουργεί η συναναστροφή μου μαζί της.

Συμφιλίωση πρώτου και δεύτερου ενικού προσώπου για την εξύψωση του πρώτου πληθυντικού. Παραχώρηση θέσης στην αρμονία του «εμείς». Δεν μπορώ να μην χαμογελάσω. Ευτυχώς, τα αυθόρμητά μου δεν καλύπτονται εντελώς από την τάση μου να σκαλίζω τα ένα συν ένα και της επαλήθευσης τα λογικά. Άσε τα ηλίθια σοβαροφανή μου και φαντάσου με να κοιμάμαι με ένα παραμύθι στην αγκαλιά μου.

Εντάξει. Ύστερα μου χτυπάει κουδούνια η υποχώρηση. Υποχώρηση αναγκών κυρίως. Σκέφτομαι ότι η ύπαρξη πολλών επιθυμιών κάποια στιγμή πολύ πιθανόν να οδηγήσει σε σύγκρουση ορισμένων μεταξύ τους. Κι εκεί δίνεις θέση μόνο σε μία. Η άλλη ή οι άλλες κάνουν ένα βήμα πίσω γιατί δεν τις παίρνει. Τουλάχιστον μέχρι να βρεθεί χώρος και για αυτές.

Ναι, μάλλον ακούγεται λογικό. Αυτές τσιρίζουν βέβαια. Ουρλιάζουν μέσα στα αυτιά μου φλερτάροντας με την προσοχή μου. Γιατί κι εγώ προσπαθώ να τις βγάζω από το μυαλό μου συχνά – πυκνά για να κοιμάμαι πιο ήσυχη. Δεν τις ξεχνάω όμως.

Παρακαλώ, όμορφές μου ανάγκες, μόνο λίγη υπομονή να κάνετε. Μέχρι να βρω κι εγώ τις ισορροπίες μου και να σας ευχαριστήσω όλες. Στριμωχτείτε λιγάκι προς το παρόν εκεί πίσω, θα ανοίξω και το μικροσκοπικό παράθυρο στο κέντρο για να βλέπετε ήλιο κι από εκεί θα κρεμάσω τις υποσχέσεις μου. Ώσπου να βρω χρόνο να σας βγάλω έξω..

Πέμπτη, 2 Δεκεμβρίου 2010

Ψυχραιμία

Κάνω κύκλους γύρω απο το ίδιο σημείο. Κέντρο τα λάθη τα μεγάλα μου και μια ακτίνα που συνεχώς τεντώνεται.

- Άρχισες πάλι τις κλάψες, μικρή. Η κωμωδία πουλάει. Ακούς; Και μάλιστα της ελαφράς μορφής. Φόρα τη μάσκα πάλι.

Αλήθεια, κουράζομαι. Νιώθω πως κάποια στιγμή στα ξαφνικά θα αρχίσουν οι σφυγμοί μου να ελαττώνουν δραματικά ταχύτητα, ελάχιστοι χτύποι το λεπτό, μέχρι που θα φτάσουν το μηδέν και θα φρακάρουν εκεί. Και δεν θα κάνω απολύτως τίποτα. Θα είμαι ακίνητη και θα περιμένω.

Η φωνή μου δεν λειτουργεί. Ούτε το στόμα ανοίγω. Κι εσείς το ίδιο να κάνετε απόψε. Να (μου) σιωπήσετε. Δεν ξέρω τελικά ποιος φοβάται περισσότερο:αυτός που θέλει να ακούει λόγια συνεχώς ή εκείνος που προτιμά να του σερβίρουν άτολμες σιωπές στο πιάτο; Μάλλον το ίδιο φοβισμένοι είναι κι οι δυο.

Οι ανάγκες μου διογκώνονται τρομακτικά. Το λίγο γίνεται πολύ κι οι γωνίες από αμβλείες, οξείες. Τα μικρά γίνονται ΚΕΦΑΛΑΙΑ και ουρλιάζουν μες στο αυτί μου και τα "πίσω" αλλάζουν θέση με τα "μπροστά" και μπλέκονται συνεχώς στα πόδια μου. Δεν ξεχνάω τίποτα κι ελάχιστα ξεχνιέμαι. Δεν σε ξεχνάω.

Συχνά μοιάζει να μην άλλαξε το παραμικρό. Εξακολουθώ να περπατάω ξυπόλυτη και να βγαίνω έξω με βρεγμένα μαλλιά, να συνδέω τον οργασμό με τη jazz και να ξυπνώ στη μέση της νύχτας με την αίσθησή σου (;) στο μέσα μου.

Εμμένω στις μυρωδιές. Όσο αντέξουν. Κι εγώ θα κάνω ό,τι μπορώ για να τις διατηρήσω.

Γιατί, τι νομίζεις; Μόνο αυτές μου έμειναν...

Τρίτη, 23 Νοεμβρίου 2010

Όνειρο θερινής (;) νυκτός

Πλησίασα και άγγιξα τα πλήκτρα. Σήμερα θα έπαιζα για μένα. Μόνο. Συνειδητοποίησα ότι πέρασε καιρός από την τελευταία φορά . Δεν ήθελα. Δεν μπορούσα.

Ξεκίνησα με δυο – τρεις αγαπημένες μελωδίες. Από εκείνες που ποτέ δεν ξεχνάς, ποτέ δε βαριέσαι, όσα χρόνια κι αν περάσουν. Η νοσταλγία έγινε κύμα και με διαπέρασε ολόκληρη και μια γλυκόπικρη γεύση έφτασε στο στόμα μου και φίλησε το εσωτερικό των χειλιών μου.

Κι ήταν εκείνη ακριβώς τη στιγμή που έγινε αυτό που φοβόμουν…

Σ’ ένιωσα δίπλα μου. Όπως τότε. Θυμάσαι;

Μύρισα το άρωμά σου, άκουσα τη φωνή σου…Σε είδα.

Εισέβαλες με αυθάδεια στις σκέψεις μου κι έκανες κατάληψη σε κάθε κύτταρό μου. Επίδειξη δύναμης και εξουσίας γεμάτη εγωισμό και αλαζονεία.

Ναι. Πανικοβλήθηκα. Αισθάνθηκα μια θανάσιμη αδυναμία.

Έσφιξα τα δόντια μου και δυνάμωσα ασυναίσθητα την ένταση του ήχου. Νόμιζα πως έτσι θα σε εξαφανίσω!

Ανόητες ψευδαισθήσεις!

Δεν έφυγες.

Σα να σου άρεσε ο ρόλος του μονάρχη.

Έκατσες με έπαρση στο θρόνο σου φορώντας επίχρυσο στεφάνι ματαιοδοξίας και αποφάσισες να το διασκεδάσεις. Δάγκωσες με λαιμαργία ένα κομμάτι ουρανό και ρούφηξες κάμποσες σταγόνες γαλήνης.

Κι εγώ εξακολουθούσα να πάλλομαι μεθυσμένη από οργή (και πάθος;) μαζί με τις χορδές του πιάνου.

Η παρολίγον σιωπηλή παραίτηση του ‘πριν’ , μετατράπηκε τώρα σε μια τεράστια αντίδραση. Έγινα ολόκληρη μια αντίδραση.

Έδιωξα με μανία τα τετριμμένα όνειρα του χθες που τόσο λάτρεψα και έπνιξα σ’ ένα ποτήρι με φωτιά τις αφυδατωμένες, εύκαμπτες υποσχέσεις του κάποτε – ξέρεις, αυτές που γεννιούνται αυθόρμητα υπό το θαμπό φως των φεγγαριών της νύχτας και πεθαίνουν την ίδια στιγμή χωρίς καν να το πάρεις είδηση.

Ένιωθα μια ιδέα πιο άδεια, αλλά δεν σταμάτησα. Έπρεπε να το τολμήσω κάποια στιγμή. Κι έφτασα μέχρι το τέλος...

Ύστερα άνοιξα με λαχτάρα το παράθυρο και σχεδόν διέταξα τον άνεμο να μαζέψει τα απομεινάρια της μάχης και να φύγει και τη βροχή να καλύψει με τέχνη τα ίχνη μου.

Να μην καταλάβει κανείς. Να μη θυμάμαι ούτε καν εγώ…

Λίγες ώρες αργότερα, ξύπνησα μάλλον εξαντλημένη και κοίταξα γύρω μου.

Όλα στη θέση τους.

Εγώ όμως ήξερα…

Απέτυχα.

Παρασκευή, 12 Νοεμβρίου 2010

Περιπλανιέμαι....

Βραδιά σιωπηλή. Ο απόηχος της ημέρας που εκπλήρωσε το χρέος της και αποσύρθηκε κουρασμένη στα σπήλαια του ουρανού.
Νύχτα άχρωμη, άγευστη, από εκείνες που περνούν απαρατήρητες, γεμάτες από αμηχανία και ντροπή, περιμένοντας με λαχτάρα να τραγουδηθούν, να αγαπηθούν…
Και το φεγγάρι – μισό σήμερα – μάταια προσπαθεί με το αχνό και άβολο φως του να προσθέσει λίγο χρώμα ή έστω δυο-τρεις ματζόρε συγχορδίες στη σχεδόν πένθιμη χορωδία των άστρων.

Κι αυτό που δεν κατάφερε να κάνει το φεγγάρι και όλοι οι πλανήτες μαζί, επετεύχθη τόσο μα τόσο απλοϊκά και εύκολα μέσα σε λίγα λεπτά ανάσας και ζωής.

Το μόνο που έκανα ήταν να αφουγκραστώ με προσοχή τα διακριτικά βήματα της καθημερινότητας…Κι εκείνη με αντάμειψε, προσφέροντάς μου μια χαραμάδα στα μυστικά της κι ένα μικρό δείγμα από την άκαμπτη ευτυχία του μικρόκοσμου…και τα ειχα καταφερει,τους εκλεισα τη πορτα "τι να τη κανω τη πραγματικοτητα "τους λεω ''εγω εχω το ονειρο''...

Ένα βιολί που κλαίει με τέχνη, καθώς παλεύει να ανασάνει φυλακισμένο στο σώμα του κομματιού, μια χούφτα από ασημένιες σκέψεις που αναζήτησαν καταφύγιο στην τσέπη του παλτού μου, η μυρωδιά του Νοέμβρη που τρύπωσε κρυφά από το ανοιχτό παράθυρο στο σκοτεινό δωμάτιό μου, λίγες διάσπαρτες και απρόσμενες σταγόνες ερωτισμού και τρυφερότητας που μούσκεψαν τη στεγνή επιφάνεια του τραπεζιού…
Ήταν αρκετά. Έφταναν για να πυροδοτήσουν έκρηξη χρωμάτων και αισθήσεων.
Κι η νύχτα ξαφνικά απέκτησε νόημα, ουσία. Πνοή δική της κι όχι δανεική από απατηλά όνειρα και προσδοκίες μακρινές…

Εδώ κρύβεται το μυστικό. Όχι εκεί ψηλά που κοιτάς. Εδώ, χαμηλά. Πίσω από τις τριανταφυλλιές, κάτω από το πέπλο της βουβής πραγματικότητας…

Μπορείς να φύγεις τώρα. Δε σε χρειάζομαι πια.
Πρέπει να μείνω μόνη.