Ειναι αυτες οι νυχτες τελικα που βλεπεις καθαρα,το χρωμα που εχουν τα ματια της μοναξιας.Ιδιο ακριβως οπως οι σταχτες απο τα ονειρα.

Αλκυόνη Παπαδάκη

Πέμπτη, 15 Ιουλίου 2010

Περιμενοντας το ξημερωμα

Μεγάλη επινόηση η γραφή. Δυο συλλαβές μικρή και σηκώνει τα βάρη όλων των ανθρώπων.


Εσύ αδειάζεις αράδες λέξεων στο χαρτί – ή, έστω, σε μια τετράγωνη οθόνη – κι εκείνη σε κερνά Ανακούφιση σε ψηλό ποτήρι martini, με τρία παγάκια και κερασάκι στα χείλη.

Φαίνεται όμως ότι, τελευταία, εκείνη σταμάτησε να μου στέλνει τις ανάσες της γι’ αυτό κι εγώ έπαψα να της προσφέρω σκέψεις για επιδόρπιο – μην επαναπαύεσαι, ίσως η χρονική σειρά να μην είναι αυτή…
Ξεκίνησα ανορθόγραφα και χωρίς καμία αφορμή…εντός, εκτός και επί ταυτά.
Μονάχα με τα γνωστά παράπονά μου για τη στεγνή κι αφυδατωμένη έμπνευσή μου – είχα ποτέ; Ούτε που θυμάμαι.
Ακούγεται αστείο, αλλά νιώθω να μην έχω πρόσβαση στο μυαλό μου. Σα να μπήκε αυτόματα απόρρητος κωδικός πρόσβασης χωρίς τη δική μου συγκατάθεση.

Δοκιμάζω συνδυασμούς, λέξεις – κλειδιά (όταν είμαι ψύχραιμη κι ευγενική), βαράω πόρτες και τοίχους τσιρίζοντας (όταν χάνω τον έλεγχο), τα παρατάω και περιμένω τον από μηχανής θεό (όταν οι δυνάμεις και η διάθεσή μου με εγκαταλείπουν).

Συχνά – τρομακτικά συχνά – με βαριέμαι αφόρητα. Με κουράζω.
Τότε στρέφω το βελάκι προς εσένα.
Γίνεσαι ο στόχος μου.
Η λαθραία, παράνομη ανάγνωση του "εγώ" σου, κάτω από αυτό το λευκό ξεθωριασμένο σου σεντόνι, με τους μόνιμους λεκέδες δισταγμών από την πολλή χρήση.

Διατάζω το απροσπέλαστο του μυαλού σου να ανοίξει μια μικρή χαραμάδα, να πάρουν αέρα οι φυλακισμένες σκέψεις σου (τι τις κρατάς μέσα σε εκείνη την τρύπα?).
Εκείνες το σκάνε τρελαμένες και αναπτύσσουν ταχύτητα.
Χτυπάνε οι βαθιές σου επιθυμίες πάνω σε γυάλινα τζάμια. Βολεύω το βλέμμα μου στις αντανακλάσεις και τις ρουφάω μία-μία. Μπερδεμένες μου τις στέλνεις και θολές.

Που να ξεχωρίσω χρώμα εδώ μέσα?

Ανακατεύονται οι ψίθυροι με τις αδυναμίες μέσα σε ακατάστατα δωμάτια, αράζουν σαν σκόνη πάνω σε στοίβες βιβλίων και κρύβονται κάτω από πεταμένα ρούχα. Μισοτελειωμένοι καφέδες πάνω σε σκονισμένα γραφεία κι ένα κομμάτι που παίζει στο repeat μια ολόκληρη ζωή.
Δεν βαρέθηκες?
Το παίζεις συγκροτημένος και συνειδητοποιημένος όταν δεν μπορείς καν να βάλεις σε τάξη τον ίδιο σου το χώρο. Τις δικές σου αντανακλάσεις.

Ξαναγυρίζω σε μένα. (μήπως έφυγα από εδώ ποτέ στα αλήθεια?)
Τρέμω να αφήσω ελεύθερες τις λέξεις. (τι? κι εσύ?) Με φοβίζεις.

Κι όταν ανοίγω με τα χέρια μου το στόμα, αφού έχω καταπιεί τους αλμυρούς ενδοιασμούς μου, εσύ μου το κλείνεις με ένα νεύμα.
Το καταλαβαίνεις, όμως, έτσι? Το υποψιάζεσαι. Ας είναι…
Δεν στο κρατάω.
Αλλά σου διαφεύγει ότι είμαι κι αυτό που δεν σου λέω, αυτό που δεν γράφω.
Δεν μπορώ να στο υπενθυμίζω εγώ συνέχεια.

Άλλωστε κι εγώ πρέπει να αρχίσω να χρησιμοποιώ εκείνα τα πολύχρωμα χαρτάκια που τα κολλάς όπου βρεις, για να μην ξεχνάς (ή απλά για να χτυπάει ένας πιο δυνατός συναγερμός).
Γιατί ποτέ δεν θυμάμαι ότι ο καφές αργά το απόγευμα με πειράζει, μέχρι που τον πίνω.
Ποτέ δεν θυμάμαι πόσο ανιαρή είναι μια βραδιά  όταν κάθε φορά συγκρούονται η πολιτική με το ατελείωτο shopping, οι φωτιές με το κρυολόγημα της γάτας της γειτόνισσας κι εγώ με την πλήξη.
Και ποτέ δεν θυμάμαι τι ώρα ξημερώνει.
Δυναμώνω λιγάκι την ένταση. To shuffle φτάνει στο τέλος του με Tracy Chapman.
Κι εγώ κρυώνω. Πάω για ύπνο.